ομαλά ρήματα
learniv.com  >  gr  >  σύζευξη ομαλά ρήματα

σύζευξη ομαλά ρήματα

accepted
accepted
αποδέχομαι
added
added
αθροίζω, προσθέτω
admired
admired
θαυμάζω
admitted
admitted
παραδέχομαι
advised
advised
συμβουλεύω
afforded
afforded
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ δυνατοτητα
agreed
agreed
συμφωνώ
allowed
allowed
επιτρέπω, παραδέχομαι, παρέχω, παραχωρώ, χορηγώ, αφήνω, αναγνωρίζω
amused
amused
διασκεδάζω
analyzed
analyzed
αναλύω, εξετάζω, μελετώ
announced
announced
ανακοινώνω
annoyed
annoyed
εκνευρίζω, ενοχλώ
answered
answered
απαντώ, αποκρίνομαι, ανταποκρίνομαι, ανταπαντώ
appeared
appeared
φαίνομαι, εμφανίζομαι
applauded
applauded
χειροκροτώ, επικροτώ
appreciated
appreciated
εκτιμώ, αντιλαμβάνομαι, ανατιμώμαι
approved
approved
εγκρίνω
argued
argued
υποστηρίζω, διαπληκτίζομαι, λογομαχώ, λογοφέρνω, τσακώνομαι
arranged
arranged
διοργανώνω
arrested
arrested
αρπάζω, γραπώνω, μπουζουριάζω, συλλαμβάνω
arrived
arrived
φτάνω
asked
asked
ρωτώ, ζητώ, παρακαλώ
attached
attached
επισυνάπτω
attacked
attacked
επιτίθεμαι
attempted
attempted
αποπειρώμαι, επιχειρώ, προσπαθώ
attended
attended
μεριμνώ, παρίσταμαι, παρευρίσκομαι, φροντίζω
attracted
attracted
έλκω, ελκύω, προσελκύω
avoided
avoided
αποφεύγω
backed
backed
πίσω
balanced
balanced
ισορροπώ, ζυγίζω, αντισταθμίζω, ισοσκελίζω
banned
banned
απαγορεύω
banged
banged
κοπανάω, χτυπάω, πηδάω
bared
bared
γυμνός
batted
batted
νυχτερίδα
battled
battled
μάχομαι
beamed
beamed
ακτινοβολώ
begged
begged
επαιτώ, ζητιανεύω, ικετεύω
behaved
behaved
συμπεριφέρομαι όμορφα
belonged
belonged
ανήκω
bleached
bleached
λευκαίνω, βάφω
blinded
blinded
τυφλός
blinked
blinked
αναβοσβήνω
blotted
blotted
κηλίδα
blushed
blushed
κοκκινίζω
boasted
boasted
κομπάζω, περηφανεύομαι
boiled
boiled
βράζω
bolted
bolted
αμπαρώνω
bombed
bombed
βομβαρδίζω
booked
booked
κάνω κράτηση, κλείνω
bored
bored
προκαλώ ανία, προκαλώ πλήξη
borrowed
borrowed
δανείζομαι
bounced
bounced
αναπηδάω
bowed
bowed
υποκλίνομαι, λυγίζω, κυρτώνω
boxed
boxed
εγκλωβίζω, περιορίζω
branched
branched
κλαδί
bruised
bruised
κάνω μελανιά, μελανιάζω, μωλωπίζω
brushed
brushed
βουρτσίζω, βάφω, χρωματίζω
bubbled
bubbled
φυσαλλίδα
bumped
bumped
κουτουλάω, τρακάρω
buried
buried
θάβω
buzzed
buzzed
βόμβος
calculated
calculated
υπολογίζω
called
called
φωνάζω, καλώ, τηλεφωνώ
camped
camped
κατασκηνώνω
cared
cared
Φροντίδα
carried
carried
κουβαλώ
carved
carved; carven
λαξεύω, σμιλεύω
caused
caused
προκαλώ
challenged
challenged
πρόκληση
changed
changed
αλλάζω, μεταβάλλω, μεταμορφώνομαι, μετεπιβιβάζομαι, αντικαθιστώ
charged
charged
χρέωση
chased
chased
καταδιώκω, κυνηγώ
cheated
cheated
απάτη
checked
checked
επαληθεύω
cheered
cheered
κέφι
chewed
chewed
μασάω
choked
choked
πνίγομαι, πνίγω, στραγγαλίζω
chopped
chopped
κόβω, τέμνω
claimed
claimed
απαίτηση
cleaned
cleaned
καθαρίζω
cleared
cleared
Σαφή
clipped
clipped
συνδετήρας
closed
closed
κλείνω
coached
coached
προπονώ
coiled
coiled
κουλουριάζομαι, κουλουριάζω, περιελίσσομαι, περιελίσσω, συσπειρώνομαι, συσπειρώνω, τυλίγομαι, τυλίγω
collected
collected
συγκεντρώνω, συλλέγω
commanded
commanded
εντολή
communicated
communicated
επικοινωνώ
compared
compared
συγκρίνω
competed
competed
ανταγωνίζομαι, διαγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
complained
complained
παραπονιέμαι
completed
completed
ολοκληρώνω
concentrated
concentrated
συγκεντρώνομαι
concerned
concerned
ανησυχία
confessed
confessed
εξομολογώ
connected
connected
συνδέω
considered
considered
αναλογίζομαι, λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω
consisted
consisted
αποτελούμαι
contained
contained
περιλαμβάνω
continued
continued
συνεχίζω
copied
copied
αντιγράφω, μιμούμαι, πλαστογραφώ
corrected
corrected
διορθώνω
coughed
coughed
βήχω
counted
counted
μετράω
covered
covered
κάλυμμα
cracked
cracked
σπάω, ραγίζω, κάνω κρότο, τρίζω, μου στρίβει
crashed
crashed
σύγκρουση
crawled
crawled
έρπομαι, μπουσουλάω, κάνω κρόουλ, έρπω
crossed
crossed
διαβαίνω, διασταυρώνω, διασχίζω, κάνω το σταυρό μου, σταυροκοπιέμαι, σταυρώνω
crushed
crushed
συντριβή
cried
cried
κλαίω
cured
cured
θεραπεύω
curled
curled
μπούκλα
curved
curved
καμπύλη
cycled
cycled
κάνω ποδήλατο
damaged
damaged
βλάβη
danced
danced
χορεύω
decayed
decayed
παρακμάζω
deceived
deceived
εξαπατώ
decided
decided
κρίνω, αποφασίζω
decorated
decorated
διακοσμώ
delayed
delayed
αναβάλλω, καθυστερώ
delighted
delighted
απόλαυση
delivered
delivered
παραδίδω
depended
depended
εξαρτώμαι
described
described
περιγράφω
deserted
deserted
έρημος
deserved
deserved
αξίζω
destroyed
destroyed
καταστρέφω
detected
detected
ανιχνεύω, εντοπίζω
developed
developed
αναπτύσσω, εξελίσσω, εμφανίζω
disagreed
disagreed
διαφωνώ
disappeared
disappeared
εξαφανίζομαι, εξαφανίζω
disapproved
disapproved
αποδοκιμάζω, απορρίπτω
disarmed
disarmed
αφοπλίζω
discovered
discovered
ανακαλύπτω
disliked
disliked
αντιπάθεια
divided
divided
διαιρώ, χωρίζω, διχάζω, διαχωρίζω
doubled
doubled
διπλασιάζω
doubted
doubted
αμφιβάλλω
drained
drained
διοχετεύω
dripped
dripped
σταγόνα
dropped
dropped
πτώση
drowned
drowned
πνίγομαι, πνίγω
drummed
drummed
τυμπανίζω
dried
dried
στεγνός
dusted
dusted
ξεσκονίζω
educated
educated
εκπαιδεύω, μορφώνω
embarrassed
embarrassed
ντροπιάζω
employed
employed
χρησιμοποιώ, απασχολώ
emptied
emptied
αδειάζω
encouraged
encouraged
ενθαρρύνω
ended
ended
λήγω, τελειώνω
enjoyed
enjoyed
απολαμβάνω
entered
entered
έρχομαι, εισέρχομαι, μπαίνω
entertained
entertained
διασκεδάζω
escaped
escaped
δραπετεύω, διαφεύγω, ξεφεύγω
examined
examined
εξετάζω
excited
excited
ενθουσιάζω
excused
excused
δικαιολογία
exercised
exercised
άσκηση
existed
existed
υπάρχω, υφίσταμαι
expanded
expanded
επεκτείνω
expected
expected
αναμένω, περιμένω, προσδοκώ
explained
explained
εξηγώ
exploded
exploded
ανατινάζομαι, ανατινάζω
extended
extended
επεκτείνω, επιμηκύνω
faced
faced
αντιμετωπίζω
faded
faded
εξασθενώ, ξεθωριάζω
failed
failed
αποτυγχάνω
fancied
fancied
γουστάρω
fastened
fastened
δένω
feared
feared
φοβάμαι
fenced
fenced
ξιφομαχώ, περιφράσσω, φράζω, πουλώ κλοπιμαία
fetched
fetched
φέρνω, πιάνω
filed
filed
λιμάρω, καταθέτω, αρχειοθετώ
filled
filled
γεμίζω
filmed
filmed
κινηματογραφώ
fired
fired
βάζω φωτιά
fixed
fixed
διορθώνω, φτιάχνω
flapped
flapped
φτερουγίζω
flashed
flashed
λάμψη
floated
floated
επιπλέω, αιωρούμαι
flooded
flooded
πλημμυρίζω
flowed
flowed
κυλώ, ρέω
flowered
flowered
ανθίζω
folded
folded
διπλώνω
followed
followed
επακολουθώ, ακολουθώ
fooled
fooled
ξεγελάω
forced
forced
δύναμη
formed
formed
μορφή
founded
founded
ιδρύω, συστήνω, θεμελιώνω
framed
framed
καδράρω, κορνιζάρω, παγιδεύω
frightened
frightened
τρομάζω
fried
fried
τηγανίζομαι, τηγανίζω
gathered
gathered
μαζεύω, συγκεντρώνω
gazed
gazed
βλέμμα
glowed
glowed
λάμψη
glued
glued
κολλάω
grabbed
grabbed
αρπάζω

ομαλά ρήματα


Ξεκινήστε με τη μελέτη των ανώμαλων ρημάτων:
επιλογή τυχαία

ομαλά ρήματα & Αγγλικά ανώμαλα ρήματα