LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  handwrite


αοριστος handwrite

C1

απαρέμφατο

handwrite

[ˈhændraɪt]

αόριστος χρόνος

handwrote

handwrit

[ˈhændrəʊt]
[ˈhændrit]

μετοχή

handwritten

handwrit

[ˈhændrəʊt]
[ˈhændrit]






Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

write

[raɪt]

wrote
writ

[rəʊt]
[rɪt]

written
writ

[rɪtn]
[rɪt]












ανώμαλα ρήματα