LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  intercut


αοριστος intercut

απαρέμφατο

intercut

αόριστος χρόνος

intercut

μετοχή

intercut





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

cut

[kʌt]

cut

[kʌt]

cut

[kʌt]












ανώμαλα ρήματα