LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  outspread


αοριστος outspread

απαρέμφατο

outspread

αόριστος χρόνος

outspread

μετοχή

outspread





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

spread

[spred]

spread
spreaded

[spred]
[spredɪd]

spread
spreaded

[spred]
[spredɪd]











ανώμαλα ρήματα