LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  outstrive


αοριστος outstrive


απαρέμφατο

outstrive

αόριστος χρόνος

outstrove

μετοχή

outstriven





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

strive

[straɪv]

strove
strived

[strəʊv]
[straɪvd]

striven
strived

[ˈstrɪvn]
[straɪvd]











ανώμαλα ρήματα