LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  overblow


αοριστος overblow

απαρέμφατο

overblow

αόριστος χρόνος

overblew

μετοχή

overblown





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

blow

[bləʊ]

blew

[bluː]

blown

[bləʊn]












ανώμαλα ρήματα