LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  overbreed


αοριστος overbreed


απαρέμφατο

overbreed

αόριστος χρόνος

overbred

μετοχή

overbred





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

breed

[briːd]

bred

[bred]

bred

[bred]











ανώμαλα ρήματα