LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  overkeep


αοριστος overkeep


απαρέμφατο

overkeep

αόριστος χρόνος

overkept

μετοχή

overkept





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

keep

[kiːp]

kept

[kept]

kept

[kept]












ανώμαλα ρήματα