LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  sightsee


αοριστος sightsee


απαρέμφατο

sightsee

αόριστος χρόνος

sightsaw

μετοχή

sightseen





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

see

[siː]

saw

[sɔː]

seen

[siːn]












ανώμαλα ρήματα