Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί για την παροχή υπηρεσιών, την εξατομίκευση των διαφημίσεων, και τα μπισκότα ανάλυση της κυκλοφορίας του. Με τη χρήση αυτής της ιστοσελίδας συμφωνείτε. περισσότερες πληροφορίες

LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  sunburn


αοριστος:

B2

sunburn

απαρέμφατο

sunburn

[ˈsʌnbɜːn]

αόριστος χρόνος

sunburned

sunburnt

[ˈsʌnbɜːnd]
[ˈsʌnbɜːnt]

μετοχή

sunburned

sunburnt

[ˈsʌnbɜːnd]
[ˈsʌnbɜːnt]




   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

burn

[bɜːn]

burned
burnt

[bɜːnd]
[bɜːnt]

burned
burnt

[bɜːnd]
[bɜːnt]












ανώμαλα ρήματα