LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  upsell


αοριστος upsell

απαρέμφατο

upsell

αόριστος χρόνος

upsold

μετοχή

upsold





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

sell

[sel]

sold

[səʊld]

sold

[səʊld]












ανώμαλα ρήματα