Learniv
▷ τελευταία φορά extend | Learniv.com
Learniv.com  >  gr  >  ομαλά ρήματα  >  extend  >  αόριστος χρόνος


Παρελθοντικός χρόνος extend




μετάφραση: επεκτείνω, επιμηκύνω

αόριστος χρόνος

/ɛkˈstɛndɪd/



Είστε στη σελίδα για ομαλό ρήμα extend

Ενεστώτα
(Present participle)

extending 


απαρέμφατο

extend






Άλλες φορές ρήμα extend



Παρόν
(Present) "extend"
extend
Ενεστώτας διαρκείας
(Present Continuous) "extend"
am extending
Αόριστος
(Simple past) "extend"
extended
Παρατατικός
(Past Continuous) "extend"
was extending
Παρακείμενος
(Present perfect) "extend"
have extended
Παρόν τέλεια συνεχή
(Present perfect continuous) "extend"
have been extending
Υπερσυντέλικος
(Past perfect) "extend"
had extended
Υπερσυντέλικος Διαρκείας
(Past perfect continuous) "extend"
had been extending
Μελλοντικός
(Future) "extend"
will extend
Μελλοντικές συνεχή
(Future continuous) "extend"
will be extending
Συντελεσμενος μελλοντας
(Future perfect) "extend"
will have extended
Μέλλον τέλεια συνεχή
(Future perfect continuous) "extend"
will have been extending





ομαλά ρήματα & ανώμαλα ρήματα