Learniv
▷ τελευταία φορά bow | Learniv.com
Learniv.com  >  gr  >  ομαλά ρήματα  >  bow  >  αόριστος χρόνος


Παρελθοντικός χρόνος bow




μετάφραση: υποκλίνομαι, λυγίζω, κυρτώνω

αόριστος χρόνος

/baʊd/



Είστε στη σελίδα για ομαλό ρήμα bow

Ενεστώτα
(Present participle)

bowing 


απαρέμφατο

bow






Άλλες φορές ρήμα bow



Παρόν
(Present) "bow"
bow
Ενεστώτας διαρκείας
(Present Continuous) "bow"
am bowing
Αόριστος
(Simple past) "bow"
bowed
Παρατατικός
(Past Continuous) "bow"
was bowing
Παρακείμενος
(Present perfect) "bow"
have bowed
Παρόν τέλεια συνεχή
(Present perfect continuous) "bow"
have been bowing
Υπερσυντέλικος
(Past perfect) "bow"
had bowed
Υπερσυντέλικος Διαρκείας
(Past perfect continuous) "bow"
had been bowing
Μελλοντικός
(Future) "bow"
will bow
Μελλοντικές συνεχή
(Future continuous) "bow"
will be bowing
Συντελεσμενος μελλοντας
(Future perfect) "bow"
will have bowed
Μέλλον τέλεια συνεχή
(Future perfect continuous) "bow"
will have been bowing





ομαλά ρήματα & ανώμαλα ρήματα