Learniv
▷ τελευταία φορά censure | Learniv.com
Learniv.com  >  gr  >  ομαλά ρήματα  >  censure  >  αόριστος χρόνος


Παρελθοντικός χρόνος censure




μετάφραση: μομφή

αόριστος χρόνος

/ˈsɛn.sjə/



Είστε στη σελίδα για ομαλό ρήμα censure

Ενεστώτα
(Present participle)

censuring 


απαρέμφατο

censure






Άλλες φορές ρήμα censure



Παρόν
(Present) "censure"
censure
Ενεστώτας διαρκείας
(Present Continuous) "censure"
am censuring
Αόριστος
(Simple past) "censure"
censured
Παρατατικός
(Past Continuous) "censure"
was censuring
Παρακείμενος
(Present perfect) "censure"
have censured
Παρόν τέλεια συνεχή
(Present perfect continuous) "censure"
have been censuring
Υπερσυντέλικος
(Past perfect) "censure"
had censured
Υπερσυντέλικος Διαρκείας
(Past perfect continuous) "censure"
had been censuring
Μελλοντικός
(Future) "censure"
will censure
Μελλοντικές συνεχή
(Future continuous) "censure"
will be censuring
Συντελεσμενος μελλοντας
(Future perfect) "censure"
will have censured
Μέλλον τέλεια συνεχή
(Future perfect continuous) "censure"
will have been censuring





ομαλά ρήματα & ανώμαλα ρήματα