Learniv
▷ τελευταία φορά disintegrate | Learniv.com
Learniv.com  >  gr  >  ομαλά ρήματα  >  disintegrate  >  αόριστος χρόνος


Παρελθοντικός χρόνος disintegrate




μετάφραση: διαλύω, αποδομώ, αποσυνθέτω

αόριστος χρόνος




Είστε στη σελίδα για ομαλό ρήμα disintegrate

Ενεστώτα
(Present participle)

disintegrating 


απαρέμφατο

disintegrate






Άλλες φορές ρήμα disintegrate



Παρόν
(Present) "disintegrate"
disintegrate
Ενεστώτας διαρκείας
(Present Continuous) "disintegrate"
am disintegrating
Αόριστος
(Simple past) "disintegrate"
disintegrated
Παρατατικός
(Past Continuous) "disintegrate"
was disintegrating
Παρακείμενος
(Present perfect) "disintegrate"
have disintegrated
Παρόν τέλεια συνεχή
(Present perfect continuous) "disintegrate"
have been disintegrating
Υπερσυντέλικος
(Past perfect) "disintegrate"
had disintegrated
Υπερσυντέλικος Διαρκείας
(Past perfect continuous) "disintegrate"
had been disintegrating
Μελλοντικός
(Future) "disintegrate"
will disintegrate
Μελλοντικές συνεχή
(Future continuous) "disintegrate"
will be disintegrating
Συντελεσμενος μελλοντας
(Future perfect) "disintegrate"
will have disintegrated
Μέλλον τέλεια συνεχή
(Future perfect continuous) "disintegrate"
will have been disintegrating





ομαλά ρήματα & ανώμαλα ρήματα