Learniv
▷ τελευταία φορά inflame | Learniv.com
Learniv.com  >  gr  >  ομαλά ρήματα  >  inflame  >  αόριστος χρόνος


Παρελθοντικός χρόνος inflame




μετάφραση: πυροδοτώ, αναμοχλεύω, υποδαυλίζω

αόριστος χρόνος

/ɪnˈfleɪmd/



Είστε στη σελίδα για ομαλό ρήμα inflame

Ενεστώτα
(Present participle)

inflaming 


απαρέμφατο

inflame






Άλλες φορές ρήμα inflame



Παρόν
(Present) "inflame"
inflame
Ενεστώτας διαρκείας
(Present Continuous) "inflame"
am inflaming
Αόριστος
(Simple past) "inflame"
inflamed
Παρατατικός
(Past Continuous) "inflame"
was inflaming
Παρακείμενος
(Present perfect) "inflame"
have inflamed
Παρόν τέλεια συνεχή
(Present perfect continuous) "inflame"
have been inflaming
Υπερσυντέλικος
(Past perfect) "inflame"
had inflamed
Υπερσυντέλικος Διαρκείας
(Past perfect continuous) "inflame"
had been inflaming
Μελλοντικός
(Future) "inflame"
will inflame
Μελλοντικές συνεχή
(Future continuous) "inflame"
will be inflaming
Συντελεσμενος μελλοντας
(Future perfect) "inflame"
will have inflamed
Μέλλον τέλεια συνεχή
(Future perfect continuous) "inflame"
will have been inflaming





ομαλά ρήματα & ανώμαλα ρήματα