LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  interlay


αοριστος interlay


απαρέμφατο

interlay

[ɪntəˈleɪ]

αόριστος χρόνος

interlaid

interlayed *

[ɪntəˈleɪd]
[ɪntəˈleɪd]

μετοχή

interlaid

interlayed *

[ɪntəˈleɪd]
[ɪntəˈleɪd]


* Αυτή η μορφή είναι παρωχημένα ή που χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις ή ορισμένες διαλέκτους


   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

lay

[leɪ]

laid /layed

[leɪd]
[leɪd]

laid /layed

[leɪd]
[leɪd]












ανώμαλα ρήματα