LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  redeal


αοριστος redeal


απαρέμφατο

redeal

αόριστος χρόνος

redeal

μετοχή

redeal





   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

deal

[diːl]

dealt

[delt]

dealt

[delt]












ανώμαλα ρήματα