LEARNIV.com  >  gr  >  Αγγλικά ανώμαλα ρήματα  >  underget


αοριστος underget


απαρέμφατο

underget

αόριστος χρόνος

undergot

undergat *

μετοχή

undergot

undergotten



* Αυτή η μορφή είναι παρωχημένα ή που χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις ή ορισμένες διαλέκτους


   
   


Προέρχεται από το ρήμα:

απαρέμφατο

αόριστος χρόνος

μετοχή

get

[ɡet]

got
gat

[ɡɒt]
[gʌt]

got
gotten

[ɡɒt]
[ɡɒtn]












ανώμαλα ρήματα